Μετάφραση του "rubinetto" σε Ελληνικά

Οι βρύση, κρουνός, κάνουλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rubinetto" σε Ελληνικά.

rubinetto noun masculine γραμματική

Dispositivo applicato all' estremità di un tubo per interrompere e regolare il flusso di un liquido o di un gas.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρύση

    noun

    Grazie ad Aquaville, possono aprire un rubinetto e bere un bicchiere d'acqua.

    Με την Άκουαβιλ, μπορούν να ανοίξουν μια βρύση, και να πιουν καθαρό νερό.

  • κρουνός

    noun

    Parti metalliche tornite per rubinetti, valvole ed affini

    Τορνευμένα μεταλλικά μέρη για κρουνούς, δικλείδες και παρόμοια είδη

  • κάνουλα

    noun

    Ora lui e'ancora tiepido e Biscotto chiude i rubinetti!

    Τώρα δεν έχει καν κρυώσει το σώμα του και η Κούκι, έκλεισε την κάνουλα!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάνα
    • ρουμπινές
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rubinetto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rubinetto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κάνουλα νερού · νερό της βρύσης · στρόφιγγα νερού
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rubinetto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη