Μετάφραση του "rumeno" σε Ελληνικά

Οι Ρουμάνος, ρουμανικά, ρουμανική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rumeno" σε Ελληνικά.

rumeno adjective noun proper masculine γραμματική

Appartenente o relativo alla Romania, ai suoi abitanti o alla sua lingua.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρουμάνος

    noun masculine

    La vittima dell'omicidio era un criminale di guerra rumeno.

    Το θύμα του φόνου ήταν ένας Ρουμάνος εγκληματίας πολέμου.

  • ρουμανικά

    noun

    Occorre inserire le diciture in bulgaro e in rumeno.

    Οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να περιλαμβάνουν και τις ενδείξεις στα βουλγαρικά και τα ρουμανικά.

  • ρουμανική

    Le lingue di lavoro del sottocomitato SPS sono l'inglese e il rumeno.

    Οι γλώσσες εργασίας της υποεπιτροπής ΥΦΠ είναι η αγγλική και η ρουμανική.

  • Ρουμανικά

    noun

    L'Hunter che ha preso il bambino parla rumeno.

    Η Κυνηγός με το μωρό, μιλούσε Ρουμανικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rumeno " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rumeno" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rumeno" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη