Μετάφραση του "russo" σε Ελληνικά
Οι ρωσικός, ρωσικά, Ρώσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "russo" σε Ελληνικά.
-
ρωσικός
adjectiveΠου αναφέρεται στη Ρωσία, τους Ρώσους, τη ρωσική γλώσσα.
La popolazione russa non dovrebbe essere lasciata da sola ad affrontare la situazione.
Ο ρωσικός πληθυσμός δεν πρέπει να αφεθεί να το αντιμετωπίσει μόνος του.
-
ρωσικά
noun neuterΑνατολική σλαβική γλώσσα που μιλιέται κυρίως στη Ρωσία και στις τέως σοβιετικές δημοκρατίες.
Una tale parola non esiste in russo.
Δεν υπάρχει τέτοια λέξη στη ρωσική γλώσσα.
-
Ρώσος
noun masculineInnanzitutto sono state utilizzate le informazioni fornite dall'unico produttore russo che abbia cooperato.
Πρώτον, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία που υπέβαλε ο μοναδικός συνεργασθείς Ρώσος παραγωγός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρούσικος
- Ρωσικά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " russo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Ρώσος
noun masculineInnanzitutto sono state utilizzate le informazioni fornite dall'unico produttore russo che abbia cooperato.
Πρώτον, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία που υπέβαλε ο μοναδικός συνεργασθείς Ρώσος παραγωγός.
Εικόνες με "russo"
Φράσεις παρόμοιες με "russo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ρωσική Αυτοκρατορία
-
Ρωσίδα · ρωσικός
-
ρωσική γλώσσα
-
Σημαία της Ρωσίας
-
δεν μιλώ ρωσικά
-
Ρώσοι
-
ρώσικη ρουλέτα
-
Πρωτάθλημα ποδοσφαίρου Ρωσίας