Μετάφραση του "ruttino" σε Ελληνικά

Το ρέψιμο είναι η μετάφραση του "ruttino" σε Ελληνικά.

ruttino noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρέψιμο

    noun neuter

    Sembrava morta, poi ha fatto un rutto o ora sta meglio di prima.

    Φαινόταν νεκρός, στη συνέχεια, έκαναν μια ρέψιμο και τώρα είναι καλύτερα από πριν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ruttino " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ruttino" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ερευγμός · ερυγή · ρέψιμο · ρεψιμο
  • ερεύγομαι · ρεύομαι
  • ερευγμός · ερυγή · ρέψιμο · ρεψιμο
  • ερεύγομαι · ρεύομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ruttino" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη