Μετάφραση του "sborso" σε Ελληνικά
Οι έξοδο, δαπάνη, ξόδεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sborso" σε Ελληνικά.
sborso
verb
-
έξοδο
noun neuterDato che siamo bloccati qui dovranno sborsare qualche extra.
Αφού είμαστε αποκλεισμένοι εδώ, να μας δικαιολογήσουν πιο πολλά έξοδα.
-
δαπάνη
noun feminine -
ξόδεμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sborso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη