Μετάφραση του "scala" σε Ελληνικά
Οι σκάλα, κλίμακα, κλιμακοστάσιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scala" σε Ελληνικά.
Struttura, solitamente in legno, metallo o corda, usata per salire o scendere. È formata da due parti verticali unite da una serie di parti orizzontali che formano gli scalini. [..]
-
σκάλα
noun femininestruttura di collegamento verticale fra i diversi piani di un edificio [..]
Non ci serve una scala.
Δε χρειαζόμαστε μια σκάλα.
-
κλίμακα
noun feminineκλίμακα στη μουσική [..]
Voi comandate omicidi di massa su scala galattica e pensate siano crociate sante.
Διέταξες μαζική δολοφονία σε μια γαλακτική κλίμακα και νομίζεις πως είναι σταυροφορία.
-
κλιμακοστάσιο
noun neuterPiazza le cariche sulla scala, e liberati di loro.
Βάλτε τα εκρηκτικά στο κλιμακοστάσιο και ξεφορτωθείτε τους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανεμόσκαλα
- ζυγαριά
- λέπι
- Ανεμόσκαλα
- βαθμίδα
- κλίμακα σχεδίου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scala " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "scala"
Φράσεις παρόμοιες με "scala" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βαθμωτή ιδιότητα
-
Οικονομίες κλίμακας
-
Σκάλα
-
Γεωλογικός χρόνος
-
Κλίμακα · μουσική κλίμακα
-
εσωτερικό γινόμενο
-
μισθολογική κλίμακα
-
Κλίμακα του γκρι