Μετάφραση του "scapolo" σε Ελληνικά

Οι άγαμος, εργένης, ανύπαντρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scapolo" σε Ελληνικά.

scapolo noun masculine γραμματική

Un uomo non sposato.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγαμος

    noun masculine

    Si fece l'opinione che... la signora French avesse pensato che Leonard Vole fosse scapolo?

    Η κα Φρεντς σας έδωσε την εντύπωση πως νόμιζε ότι ήταν άγαμος;

  • εργένης

    noun masculine

    Ho sempre detto che uno scapolo é un essere felice a condizione che resti scapolo.

    Πάντα κρατούσα ότι ένας εργένης είναι σύντροφος ο οποίος δεν κάνει το ίδιο λάθος μια φορά.

  • ανύπαντρος

    adjective masculine

    E se dovessi rifarlo, credo che resterei scapolo.

    Αν μου δινόταν μία δεύτερη ευκαιρία, θα έμενα ανύπαντρος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δίσκος
    • γεροντοπαλίκαρο
    • μπεκιάρης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scapolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "scapolo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ωμοπλάτη · οστό της ωμοπλάτης · ωμοπλάτη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scapolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη