Μετάφραση του "scheggia" σε Ελληνικά
Οι θραύσμα, σκλήθρα, ακίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scheggia" σε Ελληνικά.
scheggia
noun
verb
feminine
γραμματική
Frammento appuntito e tagliente che si è spezzato da un corpo solido di vetro, legno pietra o sim.
-
θραύσμα
noun neuterArastoo mi ha inviato una scheggia rinvenuta nella ferita alla clavicola.
Arastoo μου έστειλε ένα θραύσμα από το τραύμα στην κλείδα.
-
σκλήθρα
feminineHo una scheggia conficcata nel collo e non riesco a toglierla.
Υπάρχει μία σκλήθρα στον λαιμό μου και δεν μπορώ να τη βγάλω.
-
ακίδα
noun feminineMagari perche'punto da un'ape o ferito da una scheggia.
Όπως να σε τσιμπήσει μέλισσα ή να σε τρυπήσει ακίδα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αγκίδα
- αγκάθι
- πελεκούδι
- βλήμα
- ροκανίδι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scheggia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "scheggia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θραύσμα · κομμάτι
-
θραύσμα
-
θραύσμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη