Μετάφραση του "schizzato" σε Ελληνικά

Το μαστουρωμένος είναι η μετάφραση του "schizzato" σε Ελληνικά.

schizzato verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαστουρωμένος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schizzato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "schizzato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναβλύζω · αναβρύζω · ιχνογραφώ · ξεχύνομαι · πιτσυλίζω · σκιαγραφώ · σκιτσάρω · σχεδιάζω
  • λέπι · νιφάδα · σκίτσο · σχέδιο · φολίδα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schizzato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη