Μετάφραση του "sciopero" σε Ελληνικά

Οι απεργία, Απεργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sciopero" σε Ελληνικά.

sciopero noun verb masculine γραμματική

Astensione collettiva dall'attività abituale.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απεργία

    noun feminine

    Astensione collettiva dall'attività abituale.

    Una volta ottenuta una concessione, e una volta vinto uno sciopero, i lavoratori devono prepararsi alla lotta successiva.

    Οταν κατακτάς ένα δικαίωμα Κι όταν κερδίζεις μια απεργία, οι εργάτες πρέπει αμέσως να προχωρήσουν στον επόμενο αγώνα.

  • Απεργία

    L'esercito si e'fatto ancora piu'violento, soprattutto dopo lo sciopero generale.

    Η βιαιότητα του στρατού εντάθηκε μετά από τη Γενική Απεργία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sciopero " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sciopero" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sciopero" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη