Μετάφραση του "sciroppo" σε Ελληνικά
Οι σιρόπι, Σιρόπι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sciroppo" σε Ελληνικά.
sciroppo
noun
verb
masculine
γραμματική
-
σιρόπι
noun neuterUn regime di quote è applicabile allo zucchero, all'isoglucosio e allo sciroppo di inulina.
Εφαρμόζεται καθεστώς ποσοστώσεων όσον αφορά τη ζάχαρη, την ισογλυκόζη και το σιρόπι ινουλίνης.
-
Σιρόπι
soluzione formata da acqua e zucchero
Sciroppo di glucosio e sciroppo di glucosio disidratato
Σιρόπι γλυκόζης και σιρόπι γλυκόζης αφυδατωμένο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sciroppo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sciroppo"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη