Μετάφραση του "scollamento" σε Ελληνικά

Το ξεκόλλημα, απόσπαση είναι η μετάφραση του "scollamento" σε Ελληνικά.

scollamento noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξεκόλλημα, απόσπαση

    ουσιαστικό αρσενικό

    Perdita di adesione tra superfici o separazione di due pezzi incollati Perdita di coesione: uno s. tra pensiero e azione

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scollamento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scollamento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη