Μετάφραση του "scomodo" σε Ελληνικά

Το άβολος είναι η μετάφραση του "scomodo" σε Ελληνικά.

scomodo adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άβολος

    adjective

    Dormivo accanto a lui su un divano corto e scomodo.

    Κοιμόμουν δίπλα του σε ένα καναπέ, που ήταν πολύ μικρός και άβολος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scomodo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scomodo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη