Μετάφραση του "semola" σε Ελληνικά

Οι σιμιγδάλι, πίτουρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "semola" σε Ελληνικά.

semola noun feminine γραμματική

Particelle grossolane che sono il risultato della macinazione di cereali.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σιμιγδάλι

    noun neuter

    Sottoprodotto ottenuto durante la trasformazione dell'orzo pulito e decorticato in orzo mondato, semola o farina

    Υποπροϊόν το οποίο λαμβάνεται κατά την επεξεργασία κοσκινισμένης αποφλοιωμένης κριθής σε μαργαριταρώδη κριθή, σιμιγδάλι ή αλεύρι

  • πίτουρο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " semola " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "semola" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη