Μετάφραση του "sentire" σε Ελληνικά

Οι ακούω, μυρίζω, αισθάνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sentire" σε Ελληνικά.

sentire verb γραμματική

Percepire attraverso la pelle; usare il senso del tatto. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακούω

    verb

    Percepire dei suoni all'orecchio, senza prestare necessariamente attenzione.

    Pensavo di aver sentito la voce di Tom.

    Νόμιζα ότι άκουσα τη φωνή του Τομ.

  • μυρίζω

    verb

    Αντιλαμβάνομαι την παρουσία μορίων στον αέρα εισπνέοντάς τα μέσω της μύτης. [..]

    In quel caso, sento già arrivare un'altra fine del mondo.

    Εάν έχει, μυρίζω ένα άλλο τέλος του ερχομού ημερών.

  • αισθάνομαι

    verb

    αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου

    In realtà mi sento più vicino che mai ai miei genitori.

    Βασικά, αισθάνομαι πιο κοντά στους γονείς μου από ποτέ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νιώθω
    • οσφραίνομαι
    • πληροφορούμαι
    • νοιώθω
    • καταλαβαίνω
    • μαθαίνω
    • γνωρίζω
    • οσμίζομαι
    • ανακαλύπτω
    • ενημερώνομαι
    • μυρίζομαι
    • συμβουλεύομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sentire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sentire"

Φράσεις παρόμοιες με "sentire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sentire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη