Μετάφραση του "sessualmente" σε Ελληνικά

Το σεξουαλικά είναι η μετάφραση του "sessualmente" σε Ελληνικά.

sessualmente adverb

In modo sessuale.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σεξουαλικά

    adjective

    Così quel pervertito abusa sessualmente di una bambina.

    Αυτός ο ανώμαλος, κακοποιεί σεξουαλικά αυτό το παιδί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sessualmente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sessualmente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sessualmente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη