Μετάφραση του "sete" σε Ελληνικά

Το δίψα είναι η μετάφραση του "sete" σε Ελληνικά.

sete noun feminine γραμματική

Bisogno fisiologico di bere.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίψα

    noun feminine

    Bisogno fisiologico di bere.

    Uccidermi col silenzio, come altri muoiono di fame o di sete.

    Αυτή η σιωπή με πεθαίνει, όπως πεθαίνουν τους άλλους η πείνα ή η δίψα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sete " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sete" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sete" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη