Μετάφραση του "sgrossare" σε Ελληνικά
Οι γυαλίζω, λουστράρω, στιλβώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sgrossare" σε Ελληνικά.
sgrossare
verb
γραμματική
-
γυαλίζω
verb -
λουστράρω
verb -
στιλβώνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sgrossare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη