Μετάφραση του "shock" σε Ελληνικά

Οι σοκ, Καταπληξία, καταπληξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shock" σε Ελληνικά.

shock noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σοκ

    noun neuter

    Volevo solo che fosse informato, non volevo avesse uno shock riprendendosi dall'intervento.

    Δεν ήθελα να πάθεις σοκ, όταν θα συνέρχεσαι απ'το χειρουργείο.

  • Καταπληξία

    sindrome causata da una ridotta perfusione a livello sistemico con conseguente sbilanciamento fra la disponibilità di ossigeno e la sua domanda metabolica a livello tissutale

    Patologie del sistema nervoso Collasso o stato simile a shock (episodio ipotonico-iporesponsivo

    Διαταραχές του νευρικού συστήματος Καταπληξία ή κατάσταση που μοιάζει με shock (υποτονικό-υπο-αντιδραστικό επεισόδιο

  • καταπληξία

    Ognuno di questi wrestler ha la forza e le capacita'per indurre uno shock spinale.

    Οποιοσδήποτε απ'αυτούς τους παλαιστές είχε τη δύναμη και την ικανότητα να προκαλέσει νωτιαία καταπληξία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξάφνιασμα
    • σάστισμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shock " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "shock" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shock" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη