Μετάφραση του "sigillo" σε Ελληνικά

Οι σφραγίδα, σφραγίζω, σφράγισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sigillo" σε Ελληνικά.

sigillo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφραγίδα

    noun feminine

    Utilizzare tale casella se il sigillo originale apposto su una partita viene distrutto all’apertura del container.

    Το τετραγωνίδιο αυτό χρησιμοποιείται όταν η αρχική σφραγίδα ενός φορτίου έχει καταστραφεί κατά το άνοιγμα του εμπορευματοκιβωτίου.

  • σφραγίζω

    verb

    Lo stesso tipo di ceralacca che viene utilizzata per sigillare il tappo delle vecchie bottiglie di bourbon Hartigan.

    Τον ίδιο τύπο κεριού που χρησιμοποιείται για να σφραγίσει τα παλιά μπουκάλια του μπέρμπον Hartigan.

  • σφράγισμα

    noun neuter

    Non appena il gas penetrerà il sigillo, entrerà nella stanza.

    Μόλις το αέριο διαπεράσει το σφράγισμα, θα μπει στο δωμάτιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στεγανοποίηση
    • φώκια
    • Σφραγίδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sigillo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sigillo"

Φράσεις παρόμοιες με "sigillo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sigillo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη