Μετάφραση του "smeriglio" σε Ελληνικά

Οι λάμνα, Νανοφάλκονο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "smeriglio" σε Ελληνικά.

smeriglio noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάμνα

    Gli altri paesi che commerciano lo smeriglio sarebbero tenuti a rilasciare un certificato d'origine.

    Άλλες χώρες που εμπορεύονται τη λάμνα θα έπρεπε να εκδίδουν πιστοποιητικό καταγωγής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " smeriglio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Smeriglio
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Νανοφάλκονο

Εικόνες με "smeriglio"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "smeriglio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη