Μετάφραση του "smeriglio" σε Ελληνικά
Οι λάμνα, Νανοφάλκονο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "smeriglio" σε Ελληνικά.
smeriglio
noun
verb
masculine
γραμματική
-
λάμνα
Gli altri paesi che commerciano lo smeriglio sarebbero tenuti a rilasciare un certificato d'origine.
Άλλες χώρες που εμπορεύονται τη λάμνα θα έπρεπε να εκδίδουν πιστοποιητικό καταγωγής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " smeriglio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Smeriglio
-
Νανοφάλκονο
Εικόνες με "smeriglio"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη