Μετάφραση του "soffiare" σε Ελληνικά

Οι φυσώ, φυσάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "soffiare" σε Ελληνικά.

soffiare verb γραμματική

Produrre una corrente d'aria.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυσώ

    verb

    Il termine ebraico tradotto mantice è mappùach, da nafàch, che significa “soffiare”.

    Η εβραϊκή λέξη που αποδίδεται «φυσερό» είναι η λέξη μαππούαχ, η οποία προέρχεται από τη ρίζα ναφάχ, δηλαδή «φυσώ».

  • φυσάω

    verb

    E'difficile credere che ho passato cosi'tanti anni imparando a soffiare in un tubo.

    Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως σπατάλησα τόσα χρόνια μαθαίνοντας πώς να φυσάω σε ένα σωλήνα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " soffiare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "soffiare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "soffiare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη