Μετάφραση του "solista" σε Ελληνικά

Το σολίστ είναι η μετάφραση του "solista" σε Ελληνικά.

solista adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σολίστ

    noun

    Io faccio delle prove private con tutti i miei solisti.

    Κάνω ιδιωτικές πρόβες με όλους τους σολίστ μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " solista " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "solista" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη