Μετάφραση του "soluzione" σε Ελληνικά
Οι διάλυμα, λύση, επίλυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "soluzione" σε Ελληνικά.
Conclusione o fine alla quale qualsiasi processo o condizione conduce.
-
διάλυμα
noun neuterRaccogliere il distillato nella soluzione di acido borico.
Συλλέγουμε το απόσταγμα από το διάλυμα βορικού οξέος.
-
λύση
noun feminineTra la Commissione e le autorità italiane sono attualmente in corso contatti per dare al problema un'equa soluzione.
Η Επιτροπή και οι ιταλικές αρχές βρίσκονται σήμερα σε επαφή, προκειμένου να βρεθεί λύση στο σχετικά πρόβλημα.
-
επίλυση
Pertanto, tali questioni mi sembrano irrilevanti ai fini della soluzione della controversia nella causa principale.
Κατ’ ακολουθία, θεωρώ ότι τα ερωτήματα αυτά δεν είναι λυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
-
Διάλυμα
sistema omogeneo composto da un'unica fase
Una soluzione su tre è positiva al test degli acetati
Διάλυμα σε αναλογία 1:3 παρέχει θετικές δοκιμές οξικών ιόντων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " soluzione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "soluzione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπηρεσία παροχής λύσεων
-
Ρυθμιστικό διάλυμα · ρυθμιστικό διάλυμα
-
Λύσεις σε προβλήματα
-
Εξερεύνηση λύσεων · εξερεύνηση λύσεων
-
γονική λύση
-
αλατούχο διάλυμα · φυσιολογικός ορός
-
αρχιτεκτονική λύσης
-
λύση χωρίς προστασία