Μετάφραση του "sopportare" σε Ελληνικά

Οι ανέχομαι, αντέχω, υφίσταμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sopportare" σε Ελληνικά.

sopportare verb γραμματική

Avere tolleranza per. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανέχομαι

    verb

    Non sopporto il pensiero che dei tizi sniffino le mie secrezioni.

    Δεν ανέχομαι τη σκέψη όλων αυτών που θα εισπνέουν τα εκκρίματά μου.

  • αντέχω

    verb

    Lavoro tutto il giorno, e devo sopportare tutto questo!

    Δουλέυω όλη μέρα και δεν αντέχω να τα ακούω αυτά!

  • υφίσταμαι

    verb

    I responsabili ne sopportano infatti le conseguenze in termini di perdita di tempo.

    Πράγματι, ο υπαίτιος υφίσταται τις συνέπειες των πράξεών του με την απώλεια χρόνου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υποφέρω
    • υπομένω
    • εμμένω
    • αρκούδα
    • τραβάω
    • σηκώνω
    • κρατώ
    • εγκαρτερώ
    • υποβαστάζω
    • βαστώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sopportare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sopportare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sopportare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη