Μετάφραση του "sorgo" σε Ελληνικά

Το σόργο είναι η μετάφραση του "sorgo" σε Ελληνικά.

sorgo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σόργο

    noun neuter

    La definizione di chicchi striminziti non si applica né al granturco, né al sorgo.

    Οι συρρικνωμένοι σπόροι δεν αφορούν τον αραβόσιτο, ούτε το σόργο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sorgo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sorgo"

Φράσεις παρόμοιες με "sorgo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sorgo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη