Μετάφραση του "sostanziale" σε Ελληνικά

Οι ουσιώδης, ουσιαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sostanziale" σε Ελληνικά.

sostanziale adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ουσιώδης

    adjective masculine

    La modifica più sostanziale riguarda la definizione di attività criminosa.

    Η περισσότερο ουσιώδης τροπολογία αφορά τον ορισμό των εγκληματικών δραστηριοτήτων.

  • ουσιαστικός

    noun masculine

    Questo non significa che si avrà necessariamente un coordinamento sostanziale.

    Τούτο δεν σημαίνει ότι θα εκδηλωθεί κατ' ανάγκη ουσιαστικός συντονισμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sostanziale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sostanziale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη