Μετάφραση του "sostanziale" σε Ελληνικά
Οι ουσιώδης, ουσιαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sostanziale" σε Ελληνικά.
sostanziale
adjective
masculine
γραμματική
-
ουσιώδης
adjective masculineLa modifica più sostanziale riguarda la definizione di attività criminosa.
Η περισσότερο ουσιώδης τροπολογία αφορά τον ορισμό των εγκληματικών δραστηριοτήτων.
-
ουσιαστικός
noun masculineQuesto non significa che si avrà necessariamente un coordinamento sostanziale.
Τούτο δεν σημαίνει ότι θα εκδηλωθεί κατ' ανάγκη ουσιαστικός συντονισμός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sostanziale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη