Μετάφραση του "sottile" σε Ελληνικά

Οι λεπτός, αδύνατος, ψιλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sottile" σε Ελληνικά.

sottile adjective masculine γραμματική

(Di persona o animale) Stretto di taglia, tipico di chi ha poco grasso nel corpo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεπτός

    adjective masculine

    Στενός σε μέγεθος. Ειδικά για ανθρώπους και ζώα, ορίζει κάποιον που έχει λίγο λίπος.

    Gel di silice G per cromatografia su strato sottile .

    Sillica gel G, για χρωματογραφία σε λεπτή στιβάδα.

  • αδύνατος

    adjective
  • ψιλός

    adjective

    Avevi due sottili pezzi di legno che avevi levigato con un coltello.

    Είχες 2 ψιλά κομμάτια ξύλου και τα λείανες με ένα μαχαίρι.

  • κοκαλιάρης

    Στενός σε μέγεθος. Ειδικά για ανθρώπους και ζώα, ορίζει κάποιον που έχει λίγο λίπος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sottile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sottile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sottile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη