Μετάφραση του "sovrintendere" σε Ελληνικά

Το επιβλέπω είναι η μετάφραση του "sovrintendere" σε Ελληνικά.

sovrintendere verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβλέπω

    verb

    Faccio in modo di essere presente e di sovrintendere al loro lavoro.

    Προσπαθώ να είμαι εκεί και να επιβλέπω τη δουλειά τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sovrintendere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sovrintendere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη