Μετάφραση του "spazioso" σε Ελληνικά

Το ευρύχωρος είναι η μετάφραση του "spazioso" σε Ελληνικά.

spazioso adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευρύχωρος

    adjective masculine

    Li'c'e'un bel forno spazioso, perfetto per le necessita'famigliari.

    Υπάρχει ένα ευρύχωρος φούρνος εκεί πέρα. Τέλειος για να μαγειρέψεις οικογενειακό γεύμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spazioso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "spazioso"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spazioso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη