Μετάφραση του "spazzola" σε Ελληνικά

Οι βούρτσα, βουρτσίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spazzola" σε Ελληνικά.

spazzola noun verb feminine γραμματική

Un contatto elettrico caricato a molla che collega il rotore e l'armatura di un motore o di un generatore. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούρτσα

    noun feminine

    Sempre meglio che stare ad annusare una vecchia spazzola.

    Φαίνεται πιο παραγωγικό από το να μυρίζεις μία παλιά βούρτσα μαλλιών.

  • βουρτσίζω

    verb

    Lo lavo due volte al giorno e la sera lo spazzolo cento volte.

    Τον λούζω δυο φορές τη μέρα, και τον βουρτσίζω καλά-καλά τη νύχτα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spazzola " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "spazzola"

Φράσεις παρόμοιες με "spazzola" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spazzola" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη