Μετάφραση του "spesa" σε Ελληνικά
Οι δαπάνη, κόστος, τίμημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spesa" σε Ελληνικά.
spesa
noun
adjective
verb
feminine
γραμματική
-
δαπάνη
noun feminineEssi non possono essere utilizzati per coprire le spese correnti di amministrazione, manutenzione e funzionamento.
Δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη τρεχουσών δαπανών διοικήσεως, συντηρήσεως και λειτουργίας.
-
κόστος
noun neuterTale stanziamento è destinato a coprire le spese di carburante per veicoli.
Η πίστωση αυτή προορίζεται να καλύψει το κόστος των καυσίμων για τα οχήματα.
-
τίμημα
noun neuterMa non possono essere solo i più poveri a farne le spese!
Αυτό που δεν μπορούμε να δεχθούμε είναι το τίμημα της διεύρυνσης να πέσει στις πλάτες των φτωχότερων!
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δαπάνες
- έξοδο
- αντίτιμο
- έξοδα
- ξόδεμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spesa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spesa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καροτσάκι · καρότσι αγορών
-
τραπεζικά έξοδα
-
γενικά έξοδα
-
κόστος ταξιδίου
-
ευεργέτημα πενίας
-
υποχρεωτική δαπάνη
-
δαπάνη λειτουργίας ΕΚ
-
κόστος μεταφοράς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη