Μετάφραση του "spese" σε Ελληνικά
Το χρέωση είναι η μετάφραση του "spese" σε Ελληνικά.
spese
adjective
noun
verb
feminine
γραμματική
-
χρέωση
noun feminineL'ultima spesa con la carta di credito e'in una gelateria che frequentano abitualmente.
Η τελευταία χρέωση της πιστωτικής κάρτας ήταν σε ένα μαγαζί με παγωτά που σύχναζαν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spese " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spese" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καροτσάκι · καρότσι αγορών
-
τραπεζικά έξοδα
-
γενικά έξοδα
-
κόστος ταξιδίου
-
ευεργέτημα πενίας
-
υποχρεωτική δαπάνη
-
δαπάνη λειτουργίας ΕΚ
-
κόστος μεταφοράς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη