Μετάφραση του "spesso" σε Ελληνικά

Οι συχνά, χοντρός, παχύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spesso" σε Ελληνικά.

spesso adjective adverb masculine γραμματική

Ripetere qualcosa molte volte, con piccoli intervalli.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συχνά

    adverb

    A scuola, Tom veniva spesso preso in giro.

    Στο σχολείο πειραζόταν ο Θωμάς συχνά.

  • χοντρός

    adjective masculine

    Su di lui abbiamo un dossier spesso almeno due centimetri.

    Ο πειθαρχικός φάκελος του είναι τρεις πόντους χοντρός.

  • παχύς

    adjective masculine

    Perche'e'protetta da spessi muri, che la rendono visibile solo dai sonar attivi.

    Είναι προστατευμένα από παχύ προστατευτικό, το οποίο τα καθιστά ανιχνεύσιμα μόνο από ενεργό σόναρ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παχής
    • λίπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spesso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Spesso
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολλάκις

    avverbio

    Spesso

Φράσεις παρόμοιες με "spesso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spesso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη