Μετάφραση του "spietato" σε Ελληνικά
Οι αδίστακτος, στυγνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spietato" σε Ελληνικά.
spietato
adjective
masculine
γραμματική
Senza emozioni o sentimenti.
-
αδίστακτος
adjectiveE'una spietata piccola dittatrice coi piedi a papera, che nega alla sua gente qualsiasi tipo di cibo.
Είναι αδίστακτος, λυγιστός μικρός δικτάτορας που αρνείται στον λαό της, ότι τρώγεται.
-
στυγνός
adjectiveMio padre puo'essere stato uno spietato uomo d'affari, ma non era di certo uno spietato assassino.
Ο πατέρας μου μπορεί να ήταν άκαρδος επιχειρηματίας, αλλά δεν ήταν στυγνός δολοφόνος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spietato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη