Μετάφραση του "sposo" σε Ελληνικά
Οι γαμπρός, σύζυγος, ο σύζυγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sposo" σε Ελληνικά.
sposo
noun
verb
masculine
γραμματική
L'uomo nel giorno del suo matrimonio o appena successivamente.
-
γαμπρός
noun masculineο άντρας που παντρεύεται [..]
Faccio solo quello che dovrebbero fare gli sposi.
Απλά κάνω αυτό που πρέπει να κάνει κάθε γαμπρός.
-
σύζυγος
noun masculineuomo legato dal vincolo del matrimonio
Sei il miglior marito che io non abbia mai sposato.
Είσαι ο καλύτερος σύζυγος που δεν παντρεύτηκα ποτέ.
-
ο σύζυγος
Sono qui che parlo con l'amante del mio novello sposo.
Στέκομαι και μιλάω στον εραστή του συζύγου μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σύντροφος
- ταίρι
- άντρας
- μελλόνυμφος
- νεόνυμφος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sposo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sposo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Η νύφη φορούσε μαύρα
-
νυφική ζακέτα
-
καλτσοδέτα νυφική
-
νυμφεύομαι · παντρεύομαι · παντρεύω · στεφανώνω
-
έγγαμος · παντρεμένη · παντρεμένος
-
νυφικό κοστούμι
-
νυφικό
-
παντρεμένο ζευγάρι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη