Μετάφραση του "stabilire" σε Ελληνικά

Οι καθορίζω, καθιερώνω, προσδιορίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stabilire" σε Ελληνικά.

stabilire verb γραμματική

Determinare qualcosa in modo fermo, durevolmente. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθορίζω

    verb

    Il comitato si riunisce con la frequenza stabilita nel suo regolamento interno.

    Η επιτροπή συγκαλείται με τη συχνότητα που καθορίζεται στον εσωτερικό της κανονισμό.

  • καθιερώνω

    verb

    Piuttosto, prevede che l'impresa segua i principi di rilevazione e valutazione stabiliti in altri Principi.

    Αντίθετα, απαιτεί μία επιχείρηση να ακολουθεί αρχές καταχώρησης και αποτίμησης που έχουν καθιερωθεί από άλλα Πρότυπα.

  • προσδιορίζω

    verb

    Lo studio succitato sulla destinazione dei fondi non permette tuttavia di stabilire con esattezza tale parte.

    Η υποβληθείσα μελέτη όσον αφορά την κατανομή των εξόδων δεν επαρκεί για να προσδιοριστεί το εν λόγω μέρος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ορίζω
    • διαπιστώνω
    • εγκαθιστώ
    • εδραιώνω
    • βάζω
    • παρουσιάζω
    • κάνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stabilire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stabilire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stabilire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη