Μετάφραση του "stipsi" σε Ελληνικά

Το δυσκοιλιότητα είναι η μετάφραση του "stipsi" σε Ελληνικά.

stipsi noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσκοιλιότητα

    noun feminine

    Cholestagel può indurre stipsi o peggiorare una stipsi preesistente

    Το Cholestagel μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει υπάρχουσα δυσκοιλιότητα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stipsi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stipsi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη