Μετάφραση του "stocco" σε Ελληνικά

Οι ξίφος, σπαθί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stocco" σε Ελληνικά.

stocco noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξίφος

    noun neuter

    Un bastone da stocco?

    Μπαστούνι με λεπίδα ξίφους;

  • σπαθί

    noun neuter

    Ma costera'la vita a uno di noi! Tirera'di stocco!

    Θα το πληρώσουμε με την ζωή μας, γιατί θα τραβήξει το σπαθί του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stocco " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stocco" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη