Μετάφραση του "strappo" σε Ελληνικά

Οι σκίσιμο, σχίσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strappo" σε Ελληνικά.

strappo noun verb masculine γραμματική

Strattone dato con forza per rimuovere qualcosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκίσιμο

    noun

    Questo mi ha portato a sospettare uno strappo alla cuffia del rotatore.

    Αυτό με οδήγησε να υποπτευθώ ένα σκίσιμο στο τενοντιαίο πέταλο.

  • σχίσιμο

    noun neuter

    Lo strappo nel velo ha sbilanciato l'equilibrio del mondo.

    Το σχίσιμο του πέπλου αναστάτωσε την ισορροπία του κόσμου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strappo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "strappo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποσπώ · σκάω · σκίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strappo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη