Μετάφραση του "strato" σε Ελληνικά

Οι στρώμα, στρώση, επίστρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strato" σε Ελληνικά.

strato noun masculine γραμματική

Quantità di un determinato materiale rovesciato in modo abbastanza uniforme su una superficie; spesso si tratta di una parte di una struttura composta da una serie di cose simili o dissimili. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρώμα

    noun neuter

    La stratificazione interpone strati di argilla plastica, argilla plastica legata con le ligniti e filoni di sabbia.

    Η διαστρωμάτωση παρενθέτει στρώματα πλαστικής αργίλου, λιγνιτικής πλαστικής αργίλου και άμμου.

  • στρώση

    noun feminine

    Lo strato superiore di pasta fillo non è staccato dall'ultimo strato di ripieno.

    Η ανώτερη στρώση φύλλου πρέπει να μην αποσπάται από την τελευταία στρώση γέμισης.

  • επίστρωση

    E abbiamo trovato anche uno strato di poliuretano nelle impronte sul telone.

    Βρήκαμε και επίστρωση πολυουρεθάνης στις πατημασιές στο μουσαμά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάστρωση
    • στιβάδα
    • τάξη
    • επίχριση
    • επικάλυμμα
    • γεωλογικό υπόστρωμα
    • κοινωνική τάξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "strato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη