Μετάφραση του "stringere" σε Ελληνικά

Οι σφίγγω, δεσμεύω, ενώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stringere" σε Ελληνικά.

stringere verb γραμματική

Tenere in modo fermo e deciso. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφίγγω

    verb

    Ha quelle piccole orecchie e sorride e ti stringe nelle sue braccia.

    Έχει αυτά τα μικρά αυτιά, είναι χαμογελαστός και σε σφίγγει στην αγκαλιά του.

  • δεσμεύω

    verb

    E’ necessario tuttavia mantenere uno stretto collegamento con le autorità pubbliche incaricate della regolamentazione.

    Ωστόσο θα πρέπει να διατηρηθούν στενοί δεσμοί με τις δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες για τις κανονιστικές ρυθμίσεις.

  • ενώνω

    verb

    Ma la famiglia ha un legame stretto, come questo salame.

    Αλλά η οικογένεια ενωμένη είσαι σαν αυτό το σαλάμι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δένω
    • ζουλάω
    • συμπιέζω
    • ασφαλίζω
    • γραπώνω
    • στερεώνομαι
    • σφίγγομαι
    • τσιμπώ
    • αρπάζω
    • πιάνω
    • κρατώ σφικτά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stringere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stringere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stringere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη