Μετάφραση του "strutturale" σε Ελληνικά
Οι διαρθρωτικός, δομικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strutturale" σε Ελληνικά.
strutturale
adjective
masculine
γραμματική
-
διαρθρωτικός
Tali operazioni sono eseguite solo per finalità strutturali.
Οι πράξεις αυτές διενεργούνται μόνο για διαρθρωτικούς λόγους.
-
δομικός
a) contenimento strutturale, recinzioni e strade di accesso;
α) δομικός περιορισμός, περιφράξεις και οδοί πρόσβασης·
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " strutturale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "strutturale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αστικός σχεδιασμός και ανάπτυξη
-
διαρθρωτική προσαρμογή
-
διαρθρωτική πολιτική
-
πρόγαραμμα διαρθρωτικής προσαρμογής
-
δομικός μηχανικός
-
δομικά στοιχεία
-
δομική γεωλογία
-
δομική επεξεργασία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη