Μετάφραση του "successore" σε Ελληνικά

Οι διάδοχος, ακόλουθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "successore" σε Ελληνικά.

successore noun masculine γραμματική

Chi viene dopo qualcuno nel ricoprire una carica o un ruolo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάδοχος

    noun masculine

    Mettero'una buona parola per te come mio successore.

    Σου έχω μια καλή θέση, ως διάδοχος μου.

  • ακόλουθος

    adjective noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " successore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "successore" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "successore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη