Μετάφραση του "succursale" σε Ελληνικά
Οι υποκατάστημα, πρακτορείο, κλαδί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "succursale" σε Ελληνικά.
-
υποκατάστημα
neuterLimiti relativi ai bilanci di depositi totali per la succursale svedese
Ανώτατα όρια συνολικού υπολοίπου καταθέσεων στο σουηδικό υποκατάστημα
-
πρακτορείο
noun neuterVerosimilmente un tale dispositivo sarà collegato, nello stesso paese, ad una succursale o ad un'agenzia.
Προφανώς αποτελεί μέρος, στην ίδια χώρα, ενός υποκαταστήματος ή ενός πρακτορείου.
-
κλαδί
noun neuterL'intera industria cantieristica era sostanzialmente gestita da funzionari statali come una succursale del governo.
Την επιχείρηση διηύθυναν βασικά δημόσιοι υπάλληλοι, ως ένα κυβερνητικό κλάδο.
-
θυγατρική εταιρεία
noun(32) Molto più di una filiale, una succursale dipende interamente dall'avviamento (Goodwill) dell'assicuratore estero che essa rappresenta.
(32) Το υποκατάστημα, πολύ περισσότερο απ' ό,τι μια θυγατρική εταιρεία, εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη φήμη (goodwill) του ξένου ασφαλιστή που εκπροσωπεί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " succursale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "succursale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σενάριο ανάπτυξης υποκαταστήματος
-
αλυσίδα καταστημάτων