Μετάφραση του "sudicio" σε Ελληνικά

Οι βρώμικος, βρόμικος, ακάθαρτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sudicio" σε Ελληνικά.

sudicio adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρώμικος

    adjective masculine

    In questo business devi avere del sudicio addosso per essere degno di fiducia.

    Σ ́ αυτή τη δουλειά πρέπει να ́ σαι λίγο βρώμικος για να σ ́ εμπιστεύονται.

  • βρόμικος

    adjective

    Le scene del crimine mi fanno sentire... sudicio.

    Ο τόπος του εγκλήματος με κάνει να νιώθω βρόμικος.

  • ακάθαρτος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λερωμένος
    • βρωμιά
    • ακαθαρσία
    • βρόμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sudicio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sudicio"

Φράσεις παρόμοιες με "sudicio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακαθαρσία · βρωμιά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sudicio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη