Μετάφραση του "sufficienza" σε Ελληνικά
Οι επάρκεια, αδιαφορία, έλλειψη ενδιαφέροντος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sufficienza" σε Ελληνικά.
sufficienza
noun
feminine
γραμματική
-
επάρκεια
nounsottolinea che occorre tenere in considerazione le differenze regionali in termini di sufficienza delle risorse idriche.
τονίζει ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι περιφερειακές διαφορές όσον αφορά την επάρκεια του νερού.
-
αδιαφορία
noun feminine -
έλλειψη ενδιαφέροντος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sufficienza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη