Μετάφραση του "suicidio" σε Ελληνικά

Οι αυτοκτονία, αυτοχειρία, αυτοκτονια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suicidio" σε Ελληνικά.

suicidio noun masculine γραμματική

Atto di una persona di uccidersi intenzionalmente.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοκτονία

    noun feminine

    η εκ προθέσεως πρόκληση θανάτου από το ίδιο το θύμα [..]

    Il suicidio è un atto di disperazione.

    Η αυτοκτονία είναι πράξη απόγνωσης.

  • αυτοχειρία

    noun feminine

    Abbiamo ricevuto una chiamata da una suora per un sospetto suicidio.

    Έχουμε τηλεφώνημα από μία μοναχή, για πιθανή αυτοχειρία.

  • αυτοκτονια

    Lei pensa che la mia istruzione mi porti verso il suicidio?

    Νομιζεις οτι η μορφωση μου με σπρωχνει στην αυτοκτονια?

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suicidio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "suicidio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suicidio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη