Μετάφραση του "svantaggio" σε Ελληνικά

Οι μειονέκτημα, έλλειψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "svantaggio" σε Ελληνικά.

svantaggio noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μειονέκτημα

    noun neuter

    Tale ipotesi non ricorre nella specie, in quanto lo svantaggio è legato alla nazionalità .

    Τούτο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι το μειονέκτημα σχετίζεται με την ιθαγένεια .

  • έλλειψη

    noun

    Ci troviamo dinanzi a un caso di inefficienza, di intervento ritardato e di negligenza nei confronti delle persone colpite, segnatamente di quelle più svantaggiate.

    Παρατηρήθηκε ανεπάρκεια, καθυστερημένη αντίδραση και έλλειψη φροντίδας για τους πληγέντες, ειδικά για τους πλέον μειονεκτούντες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " svantaggio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "svantaggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "svantaggio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη