Μετάφραση του "tarso" σε Ελληνικά

Οι ταρσός, Ταρσός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tarso" σε Ελληνικά.

tarso noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταρσός

    noun

    τμήμα του κάτω ποδός

    faraone nate da ceppi a crescita lenta, dal piumaggio grigio, bluastro, a tarso scuro,

    Προέρχεται από φυλές βραδείας ανάπτυξης, με φτέρωμα φαιόχρωμο, κυανωπό και βαθύχρωμους ταρσούς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tarso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tarso proper

Tarso (Asia Minore)

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ταρσός

    feminine

    Tarso (Asia Minore)

    Nessuno sa chi fossero i primi abitanti di Tarso, dato che è una città molto antica.

    Κανείς δεν γνωρίζει πότε ιδρύθηκε αρχικά η Ταρσός ή από ποιους, επειδή πρόκειται για πολύ αρχαία πόλη.

Φράσεις παρόμοιες με "tarso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tarso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη